Lemma

συβώτης

NOUN (n-)

Masculine

 SGDUPL
NOM 32 συβώτης
ACC 12 συβώτην
GEN 2 συβώτεω
DAT 3 συβώτῃ
VOC 20 συβῶτα
form parse
συβώτης NOM.SG M
συβώτην ACC.SG M
συβώτεω GEN.SG M
συβώτῃ DAT.SG M
συβῶτα VOC.SG M