Form List

page 1604 of 1849

form parse lemma pos
στυγερῇσιν DAT.PL F στυγερός ADJ
στυγεροὶ NOM.PL M στυγερός ADJ
στυγεροῖο GEN.SG M στυγερός ADJ
στυγεροῖσιν DAT.PL N στυγερός ADJ
στυγερὸν ACC.SG M στυγερός ADJ
στυγερὸς NOM.SG M στυγερός ADJ
στυγεροῦ GEN.SG M στυγερός ADJ
στυγερῷ DAT.SG M στυγερός ADJ
στυγερῷ DAT.SG N στυγερός ADJ
στυγερῶς INDECL στυγερός ADV
Στυγὸς GEN.SG F Στύξ PROP.NOUN
Στύμφηλόν UNKNOWN
στύξαιμι AOR ACT 1SG OPT στυγέω VERB
Στύρα ACC.PL N Στύρα PROP.NOUN
στυφελίζειν PRES ACT INF στυφελίζω VERB
στυφελίζετε PRES ACT 2PL IMP στυφελίζω VERB
στυφελιζομένους PRES MID ACC.PL M PTCP στυφελίζω VERB
στυφελίξαι AOR ACT INF στυφελίζω VERB
στυφέλιξε AOR ACT 3SG IND στυφελίζω VERB
στυφελίξῃ AOR ACT 3SG SBJV στυφελίζω VERB

page 1604 of 1849